Καθώς περπατούσε στην Πλατεία του Κύβου, οι πρώτες χιονονιφάδες έπεσαν στο πρόσωπο του. Σήκωσε το βλέμμα του στον βραδινό ουρανό και έκλεισε τα μάτια του για να τις νιώσει. Ο Ντάνιελ Φόστερ μετά από 10 χρόνια στη φυλακή για οικονομική απάτη, ήταν και πάλι ελεύθερος. Του είχε λείψει το Boxhall τις γιορτές: Τα φώτα, η φασαρία, οι χαρούμενες φάτσες, ακόμα και οι αγχωμένοι που έτρεχαν να προλάβουν τις δουλειές τους. Έβαλε τα χέρια στο παλτό του για να ζεσταθούν και κοίταξε κάποια παιδιά που προσπαθούσαν να πιάσουν τις χιονονιφάδες. Και τότε είδε τον Μαρκ. Καθόταν σε ένα παγκάκι και κοίταζε το κινητό του. Ένας κόμπος δέθηκε κατευθείαν στον λαιμό του. Δεν τον είχε δει και δεν είχαν μιλήσει 10 χρόνια τώρα. Όσο κι αν ορκιζόταν ο Ντάνιελ πως ήταν αθώος και δεν είχε κάνει καμία απάτη, ο Μαρκ δεν τον είχε πιστέψει. Έκοψε κάθε επικοινωνία μαζί του. Στάθηκε λίγο να τον παρατηρήσει, είχε μεγαλώσει, είχε γκριζάρει, είχε γίνει πιο όμορφος απ’ όσο τον θυμόταν. Μια γυναίκα μίλησε στον Μαρκ και καθώς σηκωνόταν, είδε τον Ντάνιελ. Κοιτάχτηκαν στα μάτια. Ο χρόνος πάγωσε, μόνο οι χιονονιφάδες που έπεφταν μελαγχολικά ήταν ανάμεσα τους. Ο Ντάνιελ πήρε μια πολύ βαθιά ανάσα και με τα πόδια του να τρέμουν, κατευθύνθηκε προς το μέρος του Μαρκ.
-Καλησπέρα…
-Καλησπέρα… απάντησε αμήχανα ο Μαρκ. Βγήκες;
-Ναι… εδώ και μια εβδομάδα… είπε ο Ντάνιελ και πρόσεξε πως στο δεξί του χέρι φορούσε μια βέρα. Ο Μαρκ είχε παντρευτεί.
-Χαίρομαι γι’ αυτό…
Ένα παιδάκι γύρω στα 6 ήρθε και τράβηξε το χέρι του Μαρκ.
-Χιονίζει!!! Έλα να παίξουμε!!
-Έρχομαι αγόρι μου… απάντησε χωρίς να κρύβει την αμηχανία του.
Ο Ντάνιελ κοίταξε το αγοράκι. Του έμοιαζε τόσο πολύ.
-Ήθελα να ευχηθώ μονάχα καλά Χριστούγεννα… είπε τελικά ο Ντάνιελ και έκανε να φύγει. Ο Μαρκ τον σταμάτησε.
-Θα ήθελες να έρθεις στο σπίτι μας τα Χριστούγεννα για να φάμε όλοι μαζί μπαμπά;