Στάθηκε στην άκρη της ταράτσας. Κοίταξε από κάτω τους δρόμους που έμοιαζαν με πύρινο ποτάμι από τα φώτα των αυτοκινήτων. Κάποτε τους δάμαζε αυτούς τους δρόμους. Τίποτα δεν μπορούσε να αντισταθεί στην δύναμη του χρήματος που είχε. Του άνοιγαν τις πόρτες στα πιο ακριβά εστιατόρια. Κάπνιζε πούρα στις πιο ιδιωτικές λέσχες. Είχε στο κρεβάτι του οποιαδήποτε γυναίκα ήθελε. Και έπειτα ήρθε ο τζόγος στα καζίνο του Soft Lake. Στην αρχή για κοινωνικές διασυνδέσεις και για το κύρος. Έπειτα για διασκέδαση. Μα σιγά σιγά γινόταν πάθος. Όλο και πιο πολλά χρήματα έχανε. Μα πιο πολύ φοβόταν μην χάσει το κοινωνικό status. Άλλωστε η επόμενη μέρα ήταν πάντα καλή για να ρεφάρει.
Έβαλε το ένα πόδι του στην άκρη της ταράτσας. Τα μάτια του είχαν θολώσει. Δεν ρέφαρε ποτέ. Μέρα με την μέρα έχανε την περιουσία του. Μόλις τελείωσε, άρχισαν τα δάνεια στις τράπεζες. Και έπειτα τα χρήματα των πελατών του. Κοίταξε ξανά απέναντι στο Trade Center την ώρα που έσκαγε η αυγή. Κάποιοι από τους ιδιοκτήτες αυτών των εταιρειών, θα μάθουν σε λίγες ώρες πως έχουν φαλιρίσει. Και εκείνος δεν έχει καμία εξήγηση να τους δώσει. Για την ακρίβεια, δεν θα μπορεί να τους δώσει. Έκανε ένα βήμα στο κενό.