Οι γιορτές στο Boxhall είχαν τελειώσει. Το μοναδικό πράγμα που τις θύμιζε ήταν το χιόνι στους δρόμους. Ακόμα και στην Πλατεία του Κύβου, οι εργάτες του Δήμου ξεστόλιζαν τα δέντρα και τα φώτα που έδιναν τόση χαρά τα Χριστούγεννα σε μεγάλους και μικρούς.
-Ρε μαλακα κράτα καλά την σκάλα! Φώναξε εκνευρισμενος ο Στιβ Μπόρισον. Ο Μάνουελ Κρις ταραγμένος έβαλε όλο το βάρος του στην βάση της σκάλας.
Ο Στιβ έκανε λίγο το σώμα του δεξιά και αριστερά για να ελέγξει την σταθερότητα της. Έπειτα με πολλή προσοχή έβαλε το ένα πόδι πάνω στο δέντρο και τεντωσε το χέρι του να φτάσει το άστρο στην κορυφή του.
-Λίγο ακόμα… του έδωσε κουράγιο ο Μάνουελ.
Ο Στιβ πήρε μια βαθιά ανάσα και κρατώντας την έκανε μια απότομη κίνηση χτυπώντας το αστέρι. Εκείνο έφυγε από την θέση του και αν δεν ήταν τα κλαδιά να ανακόψουν την πτώση του, θα είχε γίνει κομμάτια.
-Αφού δεν το έφαγα στο κεφάλι! Σχολίασε ο Μάνουελ κρατώντας πάντα την σκάλα μέχρι να κατέβει ο ριψοκίνδυνος άντρας.
Ο Στιβ κατέβηκε και τίναξε τα χέρια του.
-Τα φωτάκια μας έμειναν; ρώτησε κοιτώντας διερευνητικα το δέντρο.
-Ναι, αλλά πρέπει να τα βγάλουμε από το ρεύμα.
-Παίρνουν από την εκκλησία… Έλα, πάμε!
Οι δύο άντρες κατευθυνθηκαν στον γοτθικό ναό που βρισκόταν στην πλατεία. Έσυραν τις βαριές πόρτες της και μπήκαν μέσα. Ο Μάνουελ κοίταξε με δέος τον ναό. Αν και κάτοικος του Boxhall, δεν είχε μπει ποτέ μέσα. Το φως της ημέρας ίσα που έφτανε μέσα από τα χρωματιστά βιτρό και το φως των κεριών τρεμοπαιζαν στους τοίχους. Καθώς προχωρούσαν πιο μέσα, τα βήματα τους ήταν ελαφρά και αθόρυβα, σαν να μην ήθελαν να σπάσουν αυτή την ιερή σιωπή που επικρατούσε. Ο Στιβ κατευθύνθηκε προς μια μεριά μόνος του και εξαφανίστηκε. Το βλέμμα του Μάνουελ έπεσε σε μια κολώνα του ναού: Εκεί βρισκόταν ένας τεράστιος πίνακας και από κάτω πολλά μπουκέτα με κυκλάμινα που έδιναν την μυρωδιά τους σε όλο το ναό. Ο πίνακας απεικόνιζε έναν Ιππότη με κεφάλι σκελετού. Στο ένα χέρι κρατούσε ένα κυκλάμινο και στο άλλο έναν μικρό Κύβο να ίπταται. Μια ανατριχίλα διαπέρασε όλη την σπονδυλική στήλη του Μάνουελ. Ήταν τόσο τρομακτικό και ταυτόχρονα τόσο όμορφο. Ένα χέρι ακούμπησε την πλάτη του και τινάχθηκε ολόκληρος.
-Έλα, έβγαλα το ρεύμα, πάμε να βγάλουμε τα φωτάκια… είπε ψιθυριστά ο Στιβ.
-Αυτός ποιος είναι; ρώτησε ο Μάνουελ χωρίς να πάρει τα μάτια του από τον πίνακα.
-Ο Ιππότης με το Κυκλάμινο. Δεν έχεις ακούσει τον μύθο του;
-Όχι…
-Είναι ο λόγος που στο Boxhall χαρίζουμε Κυκλάμινα την πρωτοχρονιά. Βέβαια η φιγούρα του απέκτησε και άλλη σημασία μετά την Χαμένη Δεκαετία.
-Σσσσσ…. Μην την ξαναναφερεις! Είπε πανικοβλητος ο Μάνουελ και άρχισε να κοιτάει με αγωνία τριγύρω μήπως τους άκουσε κανένας.
Βγήκαν βιαστικά από τον ναό και δεν αντάλλαξαν καμία άλλη κουβέντα.