Πέμπτη 2 Απριλίου 2026

Σι ύφεση Ματζόρε


Κάθισε στο λευκό πιάνο με την τεράστια ουρά που βρισκόταν στο κέντρο του σαλονιού της. Είχε φροντίσει λίγο νωρίτερα να ανάψει όλα τα κεριά και να σβήσει τον πανάκριβο πολυέλαιο από κρυστάλλους που κρεμόταν από το κέντρο του δωματίου. Και ας ήταν μόνη. Η Τατιάνα Μος χαίδεψε με την άκρη των δαχτύλων της τα πλήκτρα. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Η αίσθηση των πλήκτρων πάντα την ηρεμούσε, οτιδήποτε και να της συνέβαινε στην ζωή της. Σήκωσε τα χέρια της με πολλή χάρη και άρχισε να παίζει απαλά ένα τραγούδι της. Οι νότες γέμισαν ολόκληρο το δωμάτιο σαν ψίθυροι και έμοιαζαν να έχουν διάλογο ανάλογα με τις δυναμικές του κομματιού. Και όσο περνούσαν τα δευτερόλεπτα, τόσο πιο δυναμικό και γινόταν το κομμάτι, ακόμα και οι φλόγες από τα κεριά ξεκίνησαν να χορεύουν στον ρυθμό. Πότε στακάτο, πότε λεγκάτο, τα χέρια της έμοιαζαν να χορεύουν γρήγορα πάνω στα πλήκτρα με απόλυτη ακρίβεια. Έκλεισε τα μάτια της να απολαύσει τον ήχο του πιάνου. Αυτό ήταν ένα από τα πιο αγαπημένα της κομμάτια της και το είχε γράψει σε Σι ύφεση ματζόρε στην αρχή της καριέρας της. Το κομμάτι γινόταν όλο και πιο δυνατό, με τα χέρια της να ανεβοκατεβαίνουν τις οκτάβες όλο και πιο γρήγορα μέχρι που πατάει μια συγχορδία, πατάει το sustain πετάλι και έμειναν οι νότες να αιωρούνται. 
Τα μάτια της γύρισαν και έγιναν άσπρα. Τα βλέφαρα της άρχισαν να τρεμοπαίζουν πολύ γρήγορα. Το σώμα της Τατιάνας ακίνητο. Οι νότες παρέμεναν κρεμασμένες στον αέρα. Μονάχα εκείνες είχαν βάρος στην ξαφνική σιωπή. 
Συνήλθε ταραγμένη. Σηκώθηκε γρήγορα από το πιάνο και σήκωσε το τηλέφωνο της. 
-Σας παρακαλώ πολύ, μπορούμε να αυξήσουμε την ασφάλεια μου; Όλο το 24ωρο. Ευχαριστώ.